-Τζόζαν: Πήγαινε να ξεκουραστείς.
είπε ο κληρικός κατεβάζοντας το μανίκι του.
-Ρέγκνταρ: Θα είμαι σε εγρήγορση.
Ο άντρας πήρε την κάσκα του στα χέρια και βγήκε από τον ναό.
-Ρέγκνταρ: Πάτερ Τζόζαν. Τα κορίτσια.
Ακούστηκε η φωνή του άντρα από έξω καθώς απομακρυνόταν.
Ο ιερέας βγήκε στην είσοδο για να δει ένα ελφ και ένα ανθρωπίδιο να ανεβαίνουν τα σκαλιά του ναού. Χαμογέλασε βλέποντας την Μαϊαλή το ελφ, καθώς ακόμα του φαινόταν λιγάκι αστείο το δέρμα της, που είχε πάρει το χρώμα του ήλιου στο ηλιοβασίλεμα. Τα κορίτσια κρατούσαν στο χέρι τους από ένα πουγκί που τελικά προσέφεραν στον κληρικό που βγήκε να τα συναντήσει στα σκαλιά του ναού.
-Τζόζαν: Χαίρετε συντρόφισσες μου.
-Μαϊαλή: Εδώ είναι τα χρήματα που μου έδωσε ένας έμπορος για τα ασημικά και το κολιέ.
είπε το ελφ με σοβαρή και αδιάφορου τόνου φωνή.
-Λίντα: Και εδώ αυτά που έδωσε ο κοσμηματοπώλης για τα πετράδια!
συνέχισε το ανθρωπίδιο με παιχνιδιάρικο, πονηρό ύφος.
-Τζόζαν: Μακάρι να τα μοιραζόμασταν, θα τα κρατούσα για τον ναό. Κρίμα που δεν τελειώσαν όλα εδώ.
-Μαϊαλή: Έχε γεια προς το παρόν κληρικέ πολεμιστή, πάω να συνεχίσω την έρευνά μου.
-Τζόζαν: Είθε ο ήλιος να σου εμπνέει γαλήνη και ηρεμία καλή μου μάγισσα.
-Λίντα: Λοιπόν! Φεύγω και εγώ! Για ότι άλλο χρειαστεί είμαι μέσα!
Η Λίντα χωρίς να περιμένει απάντηση κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά του ναού.
Σκέψεις στριφογύριζαν στο μυαλό του ιερέα καθώς εισήλθε στο ναό με τα χρήματα στα χέρια. Έριξε μια ματιά στην πανοπλία και την ασπίδα του, φέρνοντας ξανά στο μυαλό του σκηνές μάχης. Σήκωσε τον θραύστη του που ήταν δίπλα και τον περιεργάστηκε κάτω από το φως του ήλιου. Υπήρχε επάνω του ακόμα αρκετό αίμα από τα γκόμπλιν που συνθλίφτηκαν κάτω από το βάρος του σιδερένιου όπλου. Ο κληρικός άπλωσε το χέρι του πάνω από το μικρό δισκοπότηρο που είχε απέναντί του, και ψιθύρισε ιερά λόγια. Το δισκοπότηρο αμέσως γέμισε με νερό, όπου βούτηξε ένα μικρό μαντιλάκι για να καθαρίσει το άριστης κατασκευής όπλο του. Καθώς σκούπιζε τα αίματα από το κρύο σίδερο τα χέρια του άρχισαν να φεύγουν από τον έλεγχο του μυαλού του και να κινούνται με κυκλικές κινήσεις αφηρημένα, ενώ η σκέψη του καλού ιερέα άρχισε να τρέχει ξανά και να απασχολεί τη συνείδηση του, για το πως θα διαδοθεί το όνομα του καλού θεού Πέλορ, μετά από ότι είχε συμβεί. Τα νέα κυκλοφορούσαν γρήγορα και σε όλους τελικά είχε μείνει ότι κάποιοι ληστές έσωσαν έναν νάνο άρχοντα από την επιδρομή των γκόμπλιν και των χόμπγκομπλιν. Αν και το καλό τελικά είχε γίνει, αν και μαζεύτηκαν αρκετά χρήματα για το ναό, ο Τζόζαν ένιωθε ότι οι αρχές της θρησκείας του ήλιου δεν είχαν διαδοθεί όσο πρέπει.
Βήματα ακούστηκαν από την είσοδο του ναού και ο Τζόζαν γύρισε για να δει μια φιγούρα εύσωμης γυναίκας να εισέρχεται στο ναό. Οι ακτίνες του ήλιου που έμπαιναν από την πύλη περιέγραφαν τη σκούρα λόγω της αντηλιάς σιλουέτα της και ξεχύνονταν μέσα στον ναό προς όλες τις κατευθύνσεις κάνοντας τον ιερέα με τα μάτια της φαντασίας του να βλέπει έναν άγγελο που έρχεται να φροντίσει για το μέλλον. Αυτή η μικρή φαντασίωση δημιούργησε ακόμα μια μικρή ελπίδα στη ζεστή καρδιά του καλού κληρικού πολεμιστή και τον έκανε να νιώθει πιο σίγουρος που σήμερα θα της μιλούσε για την αποστολή που σκόπευε να της αναθέσει.
Η γυναίκα πλησίασε ακόμα πιο κοντά καθώς ένα γρήγορο αλλά μικρό ρεύμα αέρα φύσηξε τα μακριά κατάμαυρα μαλλιά της. Ο ιερέας της χάιδεψε το αφράτο της μάγουλο σαν πατέρας που με στοργή ακουμπάει την κόρη του, και κοίταξε το ξύλινο μενταγιόν με τον ήλιο που με περηφάνια φορούσε στο λαιμό της.
-Λότε: Καλή σου μέρα δάσκαλε...