Τετάρτη 18 Απριλίου 2007

τα Ελφ

Τα ελφ είναι ξωτικά που συναντά κανείς συχνά στη γη των ανθρώπων, πάντα καλοδεχούμενα αν και πότε δεν είναι σε πλήρη αρμονία με αυτό το περιβάλλον. Είναι πασίγνωστα για την ποίηση τους, τον χορό, τα τραγούδια τους, την εμπειρία, την γνώση, τις παραδόσεις τους και τις μαγικές τους τέχνες. Στα ελφ αρέσουν τα πράγματα φυσικής και απλής ομορφιάς. Όταν όμως κάποιος κίνδυνος απειλεί τους δασότοπους όπου κατοικούν, τα ελφ αποκαλύπτουν μια πιο πολεμική πλευρά τους, επιδεικνύοντας ικανότητα με το σπαθί, το τόξο και την στρατηγική μάχης.

Φολιδωτή Πανοπλία

Πρόκειται για πανοπλία μέτριου βάρους. Αυτή η πανοπλία αποτελείται από δερμάτινο κάλυμμα σώματος και ποδιών (μερικές φορές και από ξεχωριστό μεσοφόρι) επιστρωμένα με αλληλοκαλυπτόμενα κομμάτια μετάλλου, που μοιάζουν με λέπια (scales – εξ ου και η γνήσια αγγλική ονομασία της πανοπλίας Scale Mail) και από μακριά φαίνεται σαν δέρμα με φολίδες (δηλαδή σαν αυτό του φιδιού ή του ψαριού). Η πλήρης ενδυμασία περιλαμβάνει και μεταλλικά γάντια.

Δευτέρα 9 Απριλίου 2007

οι Κληρικοί

Το έργο των θεών είναι παντού - σε μέρη φυσικής ομορφιάς, στις θαρραλέες σταυροφορίες, σε τεράστιους ναούς και στις καρδιές των πιστών. Όπως οι άνθρωποι έτσι και οι θεοί, ποικίλουν από αγγελόψυχους σε χαιρέκακους, από συνεσταλμένους σε παρορμητικούς και από απλούς σε αψυχολόγητους. Οι θεοί ωστόσο, λειτουργούν κυρίως μέσω των μεσαζόντων τους - των κληρικών τους. Οι καλοί ιερείς θεραπεύουν, προστατεύουν και εκδικούνται το κακό. Οι κακοί κληρικοί λεηλατούν, καταστρέφουν και υπονομεύουν. Ένας κληρικός χρησιμοποιεί τη δύναμη του θεού του για να πραγματοποιήσει και φανερώσει τα θελήματά του θεού του. Αν κάποιος κληρικός χρησιμοποιήσει τη δύναμη του θεού του για να βελτιώσει την ίδια του την τύχη είναι κάτι επίσης αναμενόμενο.

Παρασκευή 6 Απριλίου 2007

οι Νάνοι

Οι νάνοι είναι γνωστοί για τις ικανότητες τους στη μάχη και τον πόλεμο, τις δυνατότητες που έχουν στο να αντέχουν σωματικές και μαγικές τιμωρίες, την γνώση τους για τα μυστικά της γης, τη σκληρή δουλειά τους και τον χώρο που διαθέτει το στομάχι τους για τον ζύθο που πίνουν. Τα μυστηριώδη βασίλειά τους που είναι σκαμμένα και σμιλεμένα μέσα στα βουνά, είναι ξακουστά για τους θαυμάσιους θησαυρούς που παράγουν για δώρα η για εμπόριο.

Τετάρτη 4 Απριλίου 2007

οι Άνθρωποι

Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι απόγονοι πρωτοπόρων, κατακτητών, εμπόρων, ταξιδευτών, προσφύγων και άλλων μεταναστευτικών λαών. Ως αποτέλεσμα οι ανθρώπινες χώρες είναι τόποι κατοικίας ανακατεμένων τύπων λαών (που διαφέρουν δηλαδή σωματικά, πολιτισμικά, θρησκευτικά και πολιτικά). Σκληραγωγημένοι ή λεπτεπίλεπτοι, ανοιχτόχρωμοι ή μελαμψοί, φανταχτεροί ή λιτοί, πρωτόγονοι ή πολιτισμένοι, ευλαβείς ή ασεβείς, στον κύκλο των ανθρώπων μπορείς να βρεις τα πάντα.

Σάββατο 24 Μαρτίου 2007

μια Καινούργια Ανατέλλει


Ο κατάλευκος πανύψηλος ναός, τοποθετημένος περήφανα στη μέση του πράσινου αυλόγυρου, έμοιαζε να ανακλά το φως εκείνης της ηλιόλουστης μέρας σε όλη την πόλη. Τρεις ήρωες σχεδόν ανακουφισμένοι – για την ώρα τουλάχιστον – από το βάρος που τους φόρτωσαν τα τελευταία γεγονότα, αποχαιρετιούνται στα σκαλιά του ναού. Ο ιερέας του ναού ανοίγει τα χέρια του σε μια αγκαλιά καλοσύνης και ακουμπάει φιλικά τους φαρδιούς ώμους των δύο νάνων οι οποίοι ανταποκρίνονται σφίγγοντας με την παλάμη τους τον άγκωνα του δείχνοντας ευγνωμοσύνη.

-Τζόζαν: …κι όλα θα πάνε καλά.

είπε με απλό χαμόγελο ο ιερέας.

-Τόρντεκ: Οι νάνοι θα είναι στο πλευρό σου όποτε τους χρειαστείς.

-Έμπερκ: Ήταν τιμή που σε γνώρισα αδελφέ.

«…αουχ..!» Μια μικρή κραυγή πόνου ακούστηκε μέσα από τον ναό. Ο ιερέας γύρισε το κεφάλι και κοίταξε μέσα. Δείχνοντας ευγενικά ότι πρέπει να επιστρέψει στο ναό αποχαιρέτησε τους νάνους.

-Τζόζαν: Εις το επανιδείν λοιπόν.

Ο ιερέας προχώρησε προς τη μεγάλη και λευκή ξύλινη πύλη.

Ο ήλιος έμπαινε από κάθε παράθυρο και η λιγοστή σκόνη έκανε της ακτίνες του φωτός ορατές. Το θέαμα αυτό κάνει τον κάθε επισκέπτη να νιώθει ότι βρίσκεται σε έναν χώρο θείας γαλήνης, μια αίσθηση που ο Τζόζαν δεν είχε συνηθίσει και κάθε φορά έμοιαζε με την πρώτη φορά που την αισθάνθηκε. Ένας ψηλός άνδρας με φολιδωτή πανοπλία περίμενε μέσα κρατώντας με το χέρι το πρόσωπό του.

-Ρέγκνταρ: Ο πόνος αρχίζει και μου σπάει τα νεύρα. Ούτε να χασμουρηθώ δεν μπορώ.

-Τζόζαν: Χρειάζεσαι ξεκούραση.

Ο Τζόζαν αφαίρεσε προσεκτικά τη μεταλλική κάσκα από κεφάλι του άντρα για να αποκαλύψει ένα μελανιασμένο τραύμα στο μάγουλό του. Ο κληρικός άρχισε να ψιθυρίζει λέξεις φέρνοντας το μανίκι της καφετιάς ενδυμασίας του με τα κίτρινα άμφια μέχρι τον αγκώνα και ακούμπησε το πρόσωπο του άντρα ανεβάζοντας την ένταση της φωνής του. Ο πληγωμένος άντρας κοιτούσε τον ιερέα στα μάτια, ακίνητος, ακούγοντας τις ακαταλαβίστικες λέξεις που έβγαιναν από το στόμα του. Λέξεις που είχε ξανακούσει υπό τους ήχους μάχης στο οχυρό των νάνων. Προσέχοντας περισσότερο αυτή τη φορά τα ασυνάρτητα λόγια, μπόρεσε να διακρίνει ανακατεμένες τις λέξεις "θεράπευσε, υπέρμαχο, καλού". Με μια τελευταία λέξη αισθητά πιο δυνατή σε ένταση από τις άλλες, η παλάμη του Τζόζαν έλαμψε λευκό φως με μια μικρή απόχρωση του γαλάζιου. Η πληγή του άντρα ξεθώριασε από το πρόσωπό του μαζί με το σβήσιμο της λάμψης που εξέπεμπε το χέρι του ιερέα.

-Τζόζαν: Πήγαινε να ξεκουραστείς.

είπε ο κληρικός κατεβάζοντας το μανίκι του.

-Ρέγκνταρ: Θα είμαι σε εγρήγορση.

Ο άντρας πήρε την κάσκα του στα χέρια και βγήκε από τον ναό.

-Ρέγκνταρ: Πάτερ Τζόζαν. Τα κορίτσια.

Ακούστηκε η φωνή του άντρα από έξω καθώς απομακρυνόταν.

Ο ιερέας βγήκε στην είσοδο για να δει ένα ελφ και ένα ανθρωπίδιο να ανεβαίνουν τα σκαλιά του ναού. Χαμογέλασε βλέποντας την Μαϊαλή το ελφ, καθώς ακόμα του φαινόταν λιγάκι αστείο το δέρμα της, που είχε πάρει το χρώμα του ήλιου στο ηλιοβασίλεμα. Τα κορίτσια κρατούσαν στο χέρι τους από ένα πουγκί που τελικά προσέφεραν στον κληρικό που βγήκε να τα συναντήσει στα σκαλιά του ναού.

-Τζόζαν: Χαίρετε συντρόφισσες μου.

-Μαϊαλή: Εδώ είναι τα χρήματα που μου έδωσε ένας έμπορος για τα ασημικά και το κολιέ.

είπε το ελφ με σοβαρή και αδιάφορου τόνου φωνή.

-Λίντα: Και εδώ αυτά που έδωσε ο κοσμηματοπώλης για τα πετράδια!

συνέχισε το ανθρωπίδιο με παιχνιδιάρικο, πονηρό ύφος.

-Τζόζαν: Μακάρι να τα μοιραζόμασταν, θα τα κρατούσα για τον ναό. Κρίμα που δεν τελειώσαν όλα εδώ.

-Μαϊαλή: Έχε γεια προς το παρόν κληρικέ πολεμιστή, πάω να συνεχίσω την έρευνά μου.

-Τζόζαν: Είθε ο ήλιος να σου εμπνέει γαλήνη και ηρεμία καλή μου μάγισσα.

-Λίντα: Λοιπόν! Φεύγω και εγώ! Για ότι άλλο χρειαστεί είμαι μέσα!

Η Λίντα χωρίς να περιμένει απάντηση κατέβηκε τρέχοντας τα σκαλιά του ναού.

Σκέψεις στριφογύριζαν στο μυαλό του ιερέα καθώς εισήλθε στο ναό με τα χρήματα στα χέρια. Έριξε μια ματιά στην πανοπλία και την ασπίδα του, φέρνοντας ξανά στο μυαλό του σκηνές μάχης. Σήκωσε τον θραύστη του που ήταν δίπλα και τον περιεργάστηκε κάτω από το φως του ήλιου. Υπήρχε επάνω του ακόμα αρκετό αίμα από τα γκόμπλιν που συνθλίφτηκαν κάτω από το βάρος του σιδερένιου όπλου. Ο κληρικός άπλωσε το χέρι του πάνω από το μικρό δισκοπότηρο που είχε απέναντί του, και ψιθύρισε ιερά λόγια. Το δισκοπότηρο αμέσως γέμισε με νερό, όπου βούτηξε ένα μικρό μαντιλάκι για να καθαρίσει το άριστης κατασκευής όπλο του. Καθώς σκούπιζε τα αίματα από το κρύο σίδερο τα χέρια του άρχισαν να φεύγουν από τον έλεγχο του μυαλού του και να κινούνται με κυκλικές κινήσεις αφηρημένα, ενώ η σκέψη του καλού ιερέα άρχισε να τρέχει ξανά και να απασχολεί τη συνείδηση του, για το πως θα διαδοθεί το όνομα του καλού θεού Πέλορ, μετά από ότι είχε συμβεί. Τα νέα κυκλοφορούσαν γρήγορα και σε όλους τελικά είχε μείνει ότι κάποιοι ληστές έσωσαν έναν νάνο άρχοντα από την επιδρομή των γκόμπλιν και των χόμπγκομπλιν. Αν και το καλό τελικά είχε γίνει, αν και μαζεύτηκαν αρκετά χρήματα για το ναό, ο Τζόζαν ένιωθε ότι οι αρχές της θρησκείας του ήλιου δεν είχαν διαδοθεί όσο πρέπει.

Βήματα ακούστηκαν από την είσοδο του ναού και ο Τζόζαν γύρισε για να δει μια φιγούρα εύσωμης γυναίκας να εισέρχεται στο ναό. Οι ακτίνες του ήλιου που έμπαιναν από την πύλη περιέγραφαν τη σκούρα λόγω της αντηλιάς σιλουέτα της και ξεχύνονταν μέσα στον ναό προς όλες τις κατευθύνσεις κάνοντας τον ιερέα με τα μάτια της φαντασίας του να βλέπει έναν άγγελο που έρχεται να φροντίσει για το μέλλον. Αυτή η μικρή φαντασίωση δημιούργησε ακόμα μια μικρή ελπίδα στη ζεστή καρδιά του καλού κληρικού πολεμιστή και τον έκανε να νιώθει πιο σίγουρος που σήμερα θα της μιλούσε για την αποστολή που σκόπευε να της αναθέσει.

Η γυναίκα πλησίασε ακόμα πιο κοντά καθώς ένα γρήγορο αλλά μικρό ρεύμα αέρα φύσηξε τα μακριά κατάμαυρα μαλλιά της. Ο ιερέας της χάιδεψε το αφράτο της μάγουλο σαν πατέρας που με στοργή ακουμπάει την κόρη του, και κοίταξε το ξύλινο μενταγιόν με τον ήλιο που με περηφάνια φορούσε στο λαιμό της.

-Λότε: Καλή σου μέρα δάσκαλε...